αξιοθέα


αξιοθέα
(axiothea). Επιστημονική ονομασία γένους δακτυλιοσκωλήκων της οικογένειας των μαλδανιδών. Ζουν στις ακτές του Ατλαντικού και Ειρηνικού ωκεανού μέσα στο έδαφος. Το μήκος του σώματός τους φτάνει τα 12-15 εκ. Τρέφονται από τους μικροσκοπικούς οργανισμούς που περιέχονται μέσα στην άμμο, την οποία καταπίνουν σε μεγάλες ποσότητες. Τα σκουλήκια αυτά αποτελούν σημαντικό μέρος της τροφής πολλών θαλάσσιων ζώων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἀξιοθέα — Ἀξιοθέᾱ , Ἀξιοθέα fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀξιοθέᾳ — Ἀξιοθέᾱͅ , Ἀξιοθέα fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀξιόθεα — Ἀξιοθέα fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξιόθεα — ἀξιόθεος worthy of God neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀξιοθέας — Ἀξιοθέᾱς , Ἀξιοθέα fem acc pl Ἀξιοθέᾱς , Ἀξιοθέα fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξιοθεατότερον — ἀξιοθεᾱτότερον , ἀξιοθέατος well worth seeing adverbial comp ἀξιοθεᾱτότερον , ἀξιοθέατος well worth seeing masc acc comp sg ἀξιοθεᾱτότερον , ἀξιοθέατος well worth seeing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξιοθεατότατα — ἀξιοθεᾱτότατα , ἀξιοθέατος well worth seeing adverbial superl ἀξιοθεᾱτότατα , ἀξιοθέατος well worth seeing neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξιοθέατον — ἀξιοθέᾱτον , ἀξιοθέατος well worth seeing masc/fem acc sg ἀξιοθέᾱτον , ἀξιοθέατος well worth seeing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξιοθεατοτάτους — ἀξιοθεᾱτοτάτους , ἀξιοθέατος well worth seeing masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξιοθεάτου — ἀξιοθεά̱του , ἀξιοθέατος well worth seeing masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)